Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Γράφει για το "σέρρα" η φιλόλογος Ρούλα Βουράκη

Το «σέρρα» και ο ίσκιος του
Τι χρειάζεται περισσότερο μια πεζογραφική αφήγηση για να γίνει από ενδιαφέρουσα συγκλονιστική;
Τίποτε άλλο πέρα από την αλήθεια. Μοιάζει με τον αμάραντο αποκαλύπτουν οι σελίδες του ιστορικού μυθιστορήματος «σέρρα». Δεν μαραίνεται ποτέ, αλλά τη βρίσκεις δύσκολα, δυσκολότερα ακόμη, όταν χάνεται στις υπόγειες στοές της ιστορίας. Η αρματωσιά της όμως, σαν τη βρεις, μεταπλάθει τα αφηγούμενα κάτι παραπάνω από πειστικά σε διαχρονικά. Με το βαρύτιμο αυτό φορτίο η συγγραφική πένα του Γιάννη Καλπούζου διαπερνά μυθοπλαστικά την ταραχώδη ιστορία του διαπολιτισμικού Πόντου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αποτυπώνει τον πολύπαθο βίο του και αποκρυπτογραφεί την ψυχή του ακολουθώντας τον ρυθμό του πυρρίχιου πολεμικού χορού που κρατά από τους ομηρικούς χρόνους, κοινωνεί ζώντες με νεκρούς και κοσμεί με το όνομά του: σέρρα το εξώφυλλο του μυθιστορήματος για να θυμίζει πριν από κάθε ανάγνωση ότι «κοιτάς μπροστά, όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι».
Επιβάτες – αναγνώστες όλοι εμείς μιας θλιβερής αμαξοστοιχίας του χρόνου ακολουθούμε τις πολεμικές και ειρηνικές διαδρομές που η μυθοπλασία του «σέρρα» επιλέγει να οδηγήσει την πλοκή πάνω στις ράγες των μύθων και της ιστορίας. Στάση πρώτη στον Πόντο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, στην Τραπεζούντα και στην Ορντού. Στάση δεύτερη στη Σοβιετική Ένωση την πρώτη μετεπανασταστική περίοδο με το σταλινικό καθεστώς, τα  στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και τις στέπες του Καζακστάν. Γνωρίζουμε τον συνεπιβάτη μας Γαληνό Φιλονίδη, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών της εποχής του, καθώς η φωνή του εναλλασσόμενα από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο ελεύθερου πλαγίου λόγου μάς συστήνει Ρωμιούς, Οθωμανούς, Νεότουρκους και Κεμαλιστές, Ρώσους πολιτικούς και κατασκόπους. Παίρνουμε μέρος στον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο των διαγραφόμενων σχέσεων των ηρώων διαπροσωπικά, διαφυλετικά, δημόσια και παραπολιτικά, ενώ το συναίσθημά μας παρελκόμενο αναρριχάται στις τραγικές κορυφώσεις που αναπόφευκτα γεννά η δραματική αφήγηση της Γενοκτονίας Ποντίων και Αρμενίων που προσβάλλει και ακυρώνει τον πολιτισμό και τον ανθρωπισμό αντίστοιχα, εκεί που ο εθνικισμός και η μισαλλοδοξία συνθλίβουν το πρόσωπο του Θεού και του ανθρώπου.
Στα περισσότερα σημεία η αναγνωστική εμπειρία παραπέμπει σε μέθεξη θεατρικού δρώμενου δομημένου σε πολυεπίπεδο σκηνικό και σκηνοθετημένου αριστοτεχνικά στην απόδοση των χαρακτήρων, στην εναλλαγή των σκηνών και στο μεταξύ τους δέσιμο υποβάλλοντας τον δέκτη με τη φυσικότητα διαδοχής τόπων, γεγονότων και τοπίων όμοια με την εξίσου φυσική αλλαγή των εποχών του χρόνου. Η ατμοσφαιρική επένδυση των αφηγούμενων συνηγορεί στα παραπάνω, καθώς παραλλάσσεται από την πολεμική αχλύ του φόβου και της καχυποψίας, στην αοριστία του πολιτικού κλίματος, στην πολύμορφη εμπορική και πνευματική κίνηση του Πόντου και της Σοβιετικής Ένωσης και στην αισθαντικότητα του ερωτικού αισθήματος που μετεωρίζει τον Γαληνό ανάμεσα σε δύο γυναίκες διαφορετικού βιοθεωρητικού συστήματος, την Φιλάνθη και την Ταλίν που αφήνουν με τον δικό της τρόπο η καθεμία τα ίχνη της στην ψυχή του.

Την ενδιαφέρουσα αυτή διαδοχή διαχέει ένα πλούσιο πληροφοριακό υλικό ολιστικού χαρακτήρα που χαρίζει εγκύκλιο διάσταση στην αφήγηση αποκαλύπτοντας το ευρύ ερευνητικό πεδίο του συγγραφέα Γ. Καλπούζου ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά, λαογραφικά και ευρύτερα πολιτισμικά. Ξεχωριστή θέση μεταξύ αυτών η έμφαση που δίνεται στη γλώσσα, στην ποντιακή διάλεκτο ιδιαίτερα, στα τοπωνύμια και στο παναθρώπινο ταξίδι του εκπεφρασμένου λόγου στις ενδιαφέρουσες μεταμορφώσεις της ρίζας των λέξεων μεταξύ των φυλών και των λαών (bacalao: ισπανικά, μπακαλ: τούρκικα, μπακάλης: ελληνικά).
Από το ιδεολογικό πλαίσιο του κεντρικού άξονα αναδύεται η ιδέα της ελληνικότητας του Πόντου, και το αίτημα της απελευθέρωσης και ένωσης του με την Ελλάδα. Παράλληλα ακτινογραφείται το προσφυγικό δράμα στην πιο ειδεχθή εκφορά του στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκεί όπου τα αποτρόπαια εγκλήματα κατά των προσφύγων στους μαζικούς διωγμούς τους θα στιγματίζουν για πάντα με τα πιο μελανά χρώματα τη συνείδηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Για μια ακόμη φορά γινόμαστε μάρτυρες αναγνωστικά της τραγικής μοίρας του ανθρώπου, όταν γίνεται πρόσφυγας και συναντά την οικουμενική ψυχή του ξεριζωμένου όλων των εποχών στον αδυσώπητο συμβιβασμό του όλα είναι δρόμος και φυγή και ο θάνατος συνήθεια. Πρόκειται για τη στιγμή που το «εγώ» συνθλίβεται κάτω από το ηθικό χρέος, όταν πρόκειται για γονείς, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εξαθλίωση μεταφέροντας το βάρος αφόρητο από το σώμα στην ψύχη αντιστρέφει τον ίδιο τον ηθικό κώδικα επιβάλλοντας εξαχρειωτικά το δίκαιο της επιβίωσης ως ισχυρότερο όλων.
Με παράπλευρες στάσεις της αφήγησης στους ομόκεντρους κύκλους της πλοκής ιχνογραφούνται η κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας αναλογικά με τη φυλή και τη θρησκεία, τα όρια, οι διαχωριστικές γραμμές και οι ανατροπές αυτών που επιβάλλουν συγκυριακά την αλλαγή ρόλων. Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνονται οι επαναστατικές τάσεις των μορφωμένων και οι δραστηριότητες της Εθνικής Ένωσης Νέων στη συγκρότηση ένοπλου τάγματος επικουρικού της ελληνικής χωροφυλακής, οι μυστικές οργανώσεις όσων δεινοπάθησαν από τους Τούρκους και βέβαια οι αντάρτικές ομάδες του βουνού που όπως σε κάθε περίπτωση λειτουργούσαν αυτοδίκαια και ληστρικά. Μέσα απ’ όλα αυτά η πιο καθαρή αλήθεια που διαποτίζει τη σοφία της ζωής: το καλό και το κακό χωρίς φυλετική και θρησκευτική ταυτότητα, δύο όψεις της ζωής σε σταθερή αλληλεπίδραση. Στη μυθοπλαστική εκδοχή του «σέρρα» εκεί που ξεψυχά η προδοσία του Ρωμιού γεννιέται και η αληθινή φιλία του με τον Τούρκο. Χρώμα δεν έχουν τα αισθήματα, ούτε η ψυχή που τα γεννά.
Το πνεύμα του φιλελευθερισμού τέλος που διαποτίζει προοδευτικά το δεύτερο μέρος του βιβλίου με το πέρασμα της αφήγησης στη Σοβιετική Ένωση δίνει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στον προβληματισμό του αναγνώστη γύρω από την ελευθερία του λόγου και της σκέψης, την αξία της ανθρώπινης οντότητας και τη δύναμη της συνήθειας και νοοτροπίας του λαού έναντι της καθεστωτικής αντίληψης.
Τα γεγονότα και τη δράση της μυθοπλασίας του «σέρρα» σε σχέση με τα πρόσωπα – χαρακτήρες και τους ρόλους τους εναρμονίζει η αφηγηματική τέχνη του δημιουργού Γιάννη Καλπούζου συγκεντρώνοντας όλες εκείνες τις αρετές που την κάνουν μοναδική χαρίζοντάς της απαράμιλλη αξία. Περιπέτεια, ανατροπές, προοικονομία, επιβράδυνση κι επιτάχυνση στα σημεία κρατούν αδιάπτωτα υψηλό το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ενώ το εκδικητικό μένος που σκοτεινιάζει την ψυχή του Γαληνού γίνεται ευρηματικός μοχλός που κινεί δεξιότεχνα την πλοκή. Με στιβαρό τον ρεαλισμό της αφήγησης σε νατουραλιστικές ακρώρειες στις άγριες δολοφονίες των τσετών, η αφήγηση μετακυλά συχνά τα ηθογραφικά μέρη σε ψυχογραφικά, ενίοτε και ψυχαναλυτικά, ενώ η εικονοπλαστική δύναμη του ύφους στα περιγραφικά μέρη αποδίδει γλαφυρά την ατμόσφαιρα των σκηνών με λυρικές απολήξεις στην απόδοση του ερωτικού αισθήματος απορροφώντας διαισθητικά τον αναγνώστη.
Από την εναλλαγή των φωνών του τριτοπρόσωπου εξωδιηγητικού σε πρωτοπρόσωπο ενδο- και ομοδιηγητικού αφηγητή ξεχωρίζει μια τρίτη δευτεροπρόσωπη που επικεντρώνεται στην προμετωπίδα των κεφαλαίων και εκφράζει θυμοσοφικά κυρίως το απόσταγμα της κρίσης για τ’ ανθρώπινα.
Σε μια από αυτές ο αφηγητής διερωτάται ρητορικά αν ο έρωτας χωρίς πάθος είναι σαν να γράφεις ποίημα δίχως ή με ολίγη ποίηση. Με την καταφατική απάντηση που εμπεριέχεται στο ρητορικό ερώτημα θα συμφωνήσει αβίαστα ο αναγνώστης κλείνοντας το πολυσέλιδο βιβλίο(629 σελίδες) που κρατά στα χέρια του και έχοντας ήδη νιώσει το πάθος της δημιουργικής γραφής του να τον πλημμυρίζει στην αναγνωστική του εμπειρία.
Ανάγει τότε τον συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο και το ιστορικό μυθιστόρημα του: «σέρρα» σε καλλιτέχνη – επιστήμονα τον πρώτο, σε έντεχνο εγχειρίδιο πολυγνώσης το δεύτερο που διευρύνει και ανατείνει πνευματικά και ψυχικά αντίστοιχα. Στη συνείδηση του αναγνώστη γίνεται πόνημα δυνατό το «σέρρα», έτσι που ο απόηχος της ανάγνωσής του σαν ίσκιος του βιβλίου να μη βαραίνει ποτέ στο χρόνο τη συνείδηση του πυρήνα του, τόσο απλά, όπως η συμβουλή της κυρά – Λεμονιάς, της μάνας του Γαληνού για τις πράξεις του γιου της και των άλλων:
«Κοιτάτε μονάχα να μη σας βαραίνει ο ίσκιος σας και να μη βαραίνει άλλους. Είτε παιδιά σας είναι, είτε δικοί σας, είτε ξένοι». (Σελ. 360)

Ρούλα Βουράκη, φιλόλογος 

3 σχόλια:

Μαρία είπε...

Πολλά πολλά συγχαρητήρια,τέλειο ...ειναι η πρωτη φορά που τελειωνω ενα βιβλίο και το ξαναπιάνω απο την αρχη και πιστεψτε με εχω διαβάσει παρα πολλά....ηθελα κι αλλο δεν ηθελα να τελειωσει .....δεθηκα μαζι του το λάτρεψα ...περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο και ελπιζω να ειναι αντάξιο του σέρρα....εχω διαβάσει όλα τα βιβλία σας ειναι κάθε φορά και καλύτερο ....σας ευχαριστω για την υπέροχη συντροφια που μου χαρίσατε.....

Γιάννης Καλπούζος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Γιάννης Καλπούζος είπε...

Σας ευχαριστώ πολύ για τα θερμά σας λόγια, αγαπητή Μαρία! Εύχομαι να σας χαμογελά η ζωή!